Βλάσης Κανιάρης (1928 – 2011)
Βιογραφία
Ο ζωγράφος Βλάσης Κανιάρης γεννήθηκε το 1928 στην Αθήνα και απεβίωσε στην ίδια πόλη το 2011.
Εγκατέλειψε την Ιατρική Σχολή μετά από πέντε χρόνια σπουδών για να συνε¬χίσει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (1950-1955) με δασκάλους τους Ο. Αργυρό, Γ. Παππά και Γ. Μόραλη.
Η παραμονή του στη Ρώμη (1956-1960) τον έφερε σε επαφή με τη διεθνή πρωτοπορία, στην άμορφη τέχνη (art informel). Έζησε για διαστήματα στο Παρίσι (1960-1966, 1969 κ.ε) και στο Βερολίνο (1973-1975). Πολύ γρήγορα θα γοητευθεί από την αφαίρεση και την περιπέτεια του πίνακα-αντικειμένου, από τον οποίο θα αποδεσμευτεί τελικά, προωθώντας, πλέον, τις αισθητικές και κοινωνιολογικές του αναζητήσεις στον χώρο. Στους Τοίχους, μετά το 1959, πλαστική, αρχιτεκτονική, γλυπτική διαλέγονται σε μια σύνθεση ποπ αρτ και ρεαλισμού. Από το 1964 που καταθέτει με τους Κεσσανλή και Δανιήλ τις Τρεις Προτάσεις για μια Νέα Ελληνική Γλυπτική στο θέατρο La Fenice της Βενετίας, το ανδρείκελο θα πρωταγωνιστεί στα περιβάλλοντά του και θα γίνει το εικαστικό μέσο-σύμβολο στην έκφραση της κοινωνικής του κριτικής. Παράλληλα, εισήγαγε την έννοια του εφήμερου στην εικαστική του έκφραση. Τα έργα του από το 1969 κ.ε. πήραν ειδικό χρώμα με τη χρήση ειδικών στοιχείων με συμβολικό νόημα που στόχο είχαν τον παγκόσμιο κοινωνικο-πολιτικό χώρο, ενώ αργότερα (1980) επενέβαινε σε τεράστιους χώρους στο πλαίσιο των ενδιαφερόντων του για την περιβαλλοντική τέχνη. Τις ίδιες αρχές για μια υποκειμενική προσέγγιση της τέχνης με κοινωνικό προσανατολισμό πρέσβευε και τα χρόνια που δίδαξε στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο (1975-1996) και στη Sommerakademie του Salzburg (1981 και 1989).
Έχει πάρει μέρος σε πολλές εκθέσεις ατομικές εντός και εκτός Ελλάδος, ανάμεσα στις οποίες οι αναδρομικές στο Moderna Museet Στοκχόλμη 1972, Μουσείο Karl Ernst Ostahaus Χάγη 1991, Staatliche Kunsthalle Βερολίνο 1992, Εθνική Πινακοθήκη 1999. Παράλληλα παρουσίαζε το έργο του σε Πανελλήνιες, ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις, όπως η Documenta του Κάσσελ 1977, τα Ευρωπάλια 1982, η Μπιενάλε Βενετίας 1988 κ.α.